2811103525 6979422768 Λεβήνου 74, Ηράκλειο gorgoraptisp@gmail.com


 

Ανδρική Υπογονιμότητα


Γενικές Πληροφορίες
Η υπογονιμότητα ορίζεται ως η αδυναμία ενός ζευγαριού να επιτύχει σύλληψη και να αποκτήσει τέκνο έπειτα από τουλάχιστον ένα έτος τακτικών σεξουαλικών επαφών χωρίς αντισυλληπτική προστασία. Σύμφωνα με τον ορισμό της υγείας, όπως αυτός έχει διατυπωθεί από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (Π.Ο.Υ.), η υπογονιμότητα αποτελεί διαταραχή της υγείας και χρήζει αντιμετώπισης.

 

Η τεκνοποίηση και η δημιουργία οικογένειας θεωρούνται δικαίωμα του κάθε ανθρώπου.
 

Προγνωστικοί παράγοντες
Οι σημαντικότεροι παράγοντες που επηρεάζουν την πρόγνωση της υπογονιμότητας είναι:
• Η διάρκεια της υπογονιμότητας
• Πρωτοπαθής ή δευτεροπαθής υπογονιμότητα
• Τα αποτελέσματα της εξέτασης σπέρματος
• Η ηλικία και η κατάσταση γονιμότητας της συντρόφου

Η ανδρική γονιμότητα μπορεί να μειωθεί από:
• Συγγενείς ή επίκτητες ουρογεννητικές διαταραχές
• Κακοήθειες
• Λοιμώξεις του ουροποιητικού
• Αυξημένη θερμοκρασία του οσχέου
• Ενδοκρινικές διαταραχές
• Γενετικές ανωμαλίες
• Ανοσολογικούς παράγοντες

 

Είναι σημαντικό να τονισθεί πως ο όρος υπογονιμότητα, αφορά εξίσου και τους άντρες και τις γυναίκες. Όσον αφορά τα αίτια, σε ποσοστό 40% εμπλέκεται ο ανδρικός παράγοντας, στο 40% ο γυναικείος και στο υπόλοιπο 20% «ευθύνονται» και οι δύο. Διακρίνεται σε πρωτοπαθή, όταν το ζευγάρι δεν έχει προηγούμενη εγκυμοσύνη και σε δευτεροπαθή, όταν ένας εκ των δύο συντρόφων έχει αποκτήσει παιδί στο παρελθόν.
Η υπογονιμότητα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα του ζευγαριού και όχι μεμονωμένα σε κάθε άτομο. Ανεξάρτητα από την ηλικία υπολογίζεται ότι περίπου 1 στα 8 ζευγάρια που προσπαθούν να κάνουν παιδί αντιμετωπίζουν κάποιο μικρό ή μεγάλο πρόβλημα υπογονιμότητας.
Ο ρόλος του γιατρού, που παρακολουθεί το υπογόνιμο ζευγάρι, είναι κεντρικός, το κατευθύνει στις απαραίτητες μόνο εξετάσεις και του προσφέρει θεραπευτικές λύσεις σεβόμενος το χρόνο, τον κόπο και τα έξοδα που απαιτούνται. Παράλληλα οφείλει να τους υπενθυμίζει διαρκώς, στην επίπονη προσπάθεια να αποκτήσουν το παιδί που ποθούν, το μήνυμα αισιοδοξίας που στις μέρες μας πηγάζει από την επιστημονική γνώση και πραγματικότητα: οι πιθανότητες ακολουθώντας τις σύγχρονες διαγνωστικές και θεραπευτικές ιατρικές μεθόδους είναι με το μέρος τους.


Περίπου 15% των ζευγαριών δεν επιτυγχάνουν εγκυμοσύνη σε ένα έτος και αναζητούν θεραπεία για την υπογονιμότητα.

 

     
     
 

Ανδρική υπογονιμότητα (male infertility)

Η ανδρική υπογονιμότητα μπορεί να οφείλεται σε αίτια που επηρεάζουν ή ελέγχουν τη λειτουργία των όρχεων (προ-ορχικά αίτια), σε αίτια που οφείλονται ή προέρχονται από τη λειτουργία των όρχεων (ορχικά αίτια) και σε αίτια που σχετίζονται με την απαγωγή του σπέρματος και την εκσπερμάτιση (μετα-ορχικά αίτια). Στη διερεύνηση της αντρικής υπογονιμότητας, πρωταρχικό ρόλο παίζει η σωστή λήψη ιατρικού ιστορικού και η κλινική εξέταση.
Κατά τη λήψη του ιστορικού, ο ιατρός θα ρωτήσει για την ύπαρξη ασθενειών, όπως ο σακχαρώδης διαβήτης, η παρωτίτιδα, προηγηθέντα χειρουργεία στο γεννητικό σύστημα, καθώς και το σεξουαλικό ιστορικό. Επίσης, ο άντρας θα ερωτηθεί εάν έχει ή είχε επαφή με βλαπτικούς περιβαλλοντικούς ή/και εργασιακούς παράγοντες, καθώς επίσης και αν έλαβε κάποια φαρμακευτική αγωγή.

Συνοπτικά τα σημεία στα οποία πρέπει να επικεντρώνεται η λήψη του ιστορικού του υπογόνιμου άνδρα είναι τα εξής:
    • Ιστορικό γονιμότητας
    • Σεξουαλική δραστηριότητα του ζευγαριού
    • Παθήσεις, τραύματα ή επεμβάσεις στο γεννητικό σύστημα
    • Λοιμώξεις του ουροποιογεννητικού συστήματος
    • Σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα
    • Πρόσφατες εμπύρετες λοιμώξεις
    • Συστηματικές νόσοι
    • Λήψη φαρμάκων
    • Έκθεση σε βλαπτικούς παράγοντες
    • Συνήθειες και τρόπος ζωής

 

 

Κατά την κλινική εξέταση, ο ιατρός θα ελέγξει το πέος, το όσχεο, μέσα στο οποίο βρίσκονται και οι όρχεις, την επιδιδυμίδα και τον σπερματικό πόρο που αποτελεί την οδό διέλευσης του σπέρματος από τους όρχεις και την επιδιδυμίδα προς την ουρήθρα. Τέλος, θα εξεταστούν και τα δευτερογενή σεξουαλικά χαρακτηριστικά, όπως η τριχοφυΐα, η μυϊκή μάζα και η χροιά της φωνής.

Συνοπτικά, η κλινική εξέταση πρέπει να περιλαμβάνει:
    • Καταγραφή του ύψους και του βάρους του άνδρα
    • Έλεγχο των αναλογιών του σώματος
    • Κατανομή της τρίχωσης
    • Υφή του δέρματος
    • Έλεγχο των μαστών
    • Έλεγχο των έξω γεννητικών οργάνων (πέος, μέγεθος και σύσταση των όρχεων, επιδιδυμίδες)
    • Παρουσία ή όχι κιρσοκήλης (με δοκιμασία Valsava, επισκόπηση και ψηλάφηση των βουβωνικών περιοχών)

Βασικό εργαλείο στον έλεγχο της γονιμότητας του άντρα είναι το σπερμοδιάγραμμα. Πρέπει να γίνεται σε εξειδικευμένα κέντρα και τα βασικά χαρακτηριστικά του είναι ο όγκος του σπέρματος, η συγκέντρωση των σπερματοζωαρίων ανά ml σπέρματος, ο συνολικός αριθμός των σπερματοζωαρίων και η κινητικότητα των σπερματοζωαρίων.

• Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι δεν υπάρχουν σαφή όρια μεταξύ «φυσιολογικού» και «παθολογικού» σπερμοδιαγράμματος. Έτσι, ο Διεθνής Οργανισμός Υγείας έχει οριοθετήσει κάποιες τιμές αναφοράς, οι οποίες όταν δεν πληρούνται σε ένα σπερμοδιάγραμμα, ο άντρας έχει μειωμένες πιθανότητες να πετύχει σύλληψη με τον φυσιολογικό τρόπο.

Σε γενικές γραμμές, το σπέρμα πρέπει να έχει:
    • όγκο πάνω από 2ml,
    • αριθμό σπερματοζωαρίων >15 εκατομμύρια ανά ml,
    • συνολικό αριθμό σπερματοζωαρίων πάνω από 40 εκατομμύρια,
    • κινητικότητα >45% γρήγορα ή μέτρια κινούμενων σπερματοζωαρίων και
    • μορφολογία πάνω από 4% φυσιολογικά σπερματοζωάρια.

Όταν στο σπερμοδιάγραμμα δεν ανευρίσκονται σπερματοζωάρια, τότε μιλάμε για αζωοσπερμία. Τα αίτια της αζωοσπερμίας είναι αποφρακτικά ή μη αποφρακτικά. Στην αποφρακτική αζωοσπερμία, τα σπερματοζωάρια που παράγονται με κανονικούς ρυθμούς στους όρχεις αδυνατούν να εξέλθουν από την ουρήθρα λόγω απόφραξης της εκφορητικής οδού του σπέρματος, (π.χ. από φλεγμονή) ή λόγω γενετικής ανωμαλίας.
Η μη αποφρακτική αζωοσπερμία μπορεί να οφείλεται σε κληρονομικές χρωμοσωμικές ανωμαλίες και σύνδρομα ή σε επίκτητες καταστάσεις, όπως τραύμα, συστροφή όρχεως, όγκος όρχεως, φάρμακα, τοξικές ουσίες, ακτινοβολία κ.ά.

Μέτρηση του κατακερματισμού του DNA του σπέρματος (DFI, DNA Fragmentation Index)
O κατακερματισμός του DNA των σπερματοζωαρίων αποτελεί μια νέα εξέταση για την εκτίμηση της ανδρικής υπογονιμότητας. Η μέτρηση του κατακερματισμού του DNA του σπέρματος (DFI, DNA Fragmentation Index) χρησιμοποιείται στη διερεύνηση της ανδρικής γονιμότητας, καθώς και για τον έλεγχο επαναλαμβανόμενων αποτυχημένων προσπαθειών εξωσωματικής γονιμοποίησης, πρόωρων τοκετών και αποβολών. Συχνά τα αίτια της υπογονιμότητας είναι αντιμετωπίσιμα ή μας επιτρέπουν προληπτική δράση. Για το λόγο αυτό είναι καθοριστικής σημασίας η αναγνώριση και η κατανόηση των παθήσεων από τον εξειδικευμένο Oυρολόγο. Παρά τη σπουδαία πρόοδο των τεχνικών υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, στόχος του ειδικού, δεν είναι μόνο η ανεύρεση σπέρματος, αλλά η μεγιστοποίηση του αναπαραγωγικού ανδρικού δυναμικού που κατά συνέπεια θα επιτρέψει στο ζευγάρι την απόκτηση παιδιού με τη χρήση λιγότερο επεμβατικών τεχνικών υποβοήθησης και με τη μικρότερη δυνατή ιατρική, φαρμακευτική, ψυχολογική αλλά και οικονομική απώλεια.

Στα πλαίσια της πρόληψης, αλλά κυρίως της αντιμετώπισης, ο ουρολόγος καλείται να προσφέρει σύγχρονες χειρουργικές λύσεις όπως:
• διόρθωση της κλινικής κιρσοκήλης,
• χειρουργική ανεύρεση και συλλογή ορχικού ιστού και σπερματοζωαρίων απευθείας από την επιδιδυμίδα ή τους όρχεις,
• αποκατάσταση της απόφραξης των εκφορητικών οδών.

Οι επεμβάσεις αυτές σήμερα μπορούν και πρέπει να εκτελούνται με τη βοήθεια της μικροχειρουργικής και τη χρήση εξελιγμένων χειρουργικών μικροσκοπίων που επιτυγχάνουν τη μεγιστοποίηση των ιδιαίτερων δεξιοτήτων που απαιτούνται από τον εξειδικευμένο στη μικροχειρουργική ουρολόγο.
Η δεξιότητα και η εμπειρία στη χρήση του χειρουργικού μικροσκοπίου προσφέρουν εξαιρετικά βελτιωμένα αποτελέσματα σε ουρολογικές επεμβάσεις για την αντιμετώπιση της ανδρικής υπογονιμότητας.

 

Ο κ. Γοργοράπτης Πέτρος είναι κάτοχος του τίτλου μεταπτυχιακών σπουδών «Ανδρική Υπογονιμότητα: Εργαστηριακή Διερεύνηση και Θεραπευτική Αντιμετώπιση» με υψηλό επίπεδο κατάρτισης και ειδικό ενδιαφέρον στην υπογονιμότητα ζεύγους.


 

Υπογονιμότητα


Ως υπογονιμότητα  ορίζεται η αδυναμία ενός σεξουαλικά ενεργού ζεύγους να επιτύχει εγκυμοσύνη στη διάρκεια ενός έτους ελεύθερων και τακτικών (2-3 εβδομαδιαία) σεξουαλικών επαφών. 
Σήμερα περίπου το 30% των ζευγαριών δεν επιτυγχάνουν εγκυμοσύνη σε ένα έτος, εκ των οποίων 15% υποβάλλεται σε έλεγχο υπογονιμότητας και λιγότερο από 5% παραμένουν τελικά άτεκνα.


 

Προγνωστικοί παράγοντες
Οι κύριοι παράγοντες που επηρεάζουν την πρόγνωση της υπογονιμότητας είναι:
- Η διάρκεια 
- Τα αποτελέσματα της εξέτασης του σπέρματος (σπερμοδιάγραμμα)
- Ηλικία και γονιμότητα της γυναίκας 

Ο ουρολόγος ως ειδικός, οφείλει να διερευνήσει κάθε άνδρα με πρόβλημα γονιμότητας για την παρουσία  ανωμαλιών του ουροποιογεννητικού συστήματος, ώστε να επιλεχθεί η κατάλληλη θεραπεία. Ταυτόχρονα ο γυναικολόγος θα διερευνήσει τη γυναίκα. Πολλές φορές στη διερεύνηση προκύπτει πρόβλημα και στους δύο συντρόφους.
Η διάγνωση της ανδρικής υπογονιμότητας πρέπει να εστιασθεί στη παρουσία κύριων διαταραχών. Ταυτόχρονα συνιστάται έλεγχος  της συντρόφου ακόμη κι αν ανευρίσκονται διαταραχές στον άνδρα, διότι τα στοιχεία της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας αποδεικνύουν ότι σε ένα στα τέσσερα ζευγάρια με πρόβλημα υπογονιμότητας ανευρίσκονται ανωμαλίες και στον άνδρα και στη γυναίκα ταυτόχρονα.

 

Ποιες είναι οι κύριες αιτίες της ανδρικής υπογονιμότητας;
- Κρυψορχία (ο άνδρας γεννιέται με έναν ή και τους δύο όρχεις σε υψηλότερη θέση από την κανονική, που μπορεί να είναι βουβωνική ή στο εσωτερικό της κοιλιάς).
- Κάπνισμα. Το κάπνισμα αποτελεί αναγνωρισμένο παράγοντα κινδύνου.
- Λοιμώξεις του ουροποιογεννητικού συστήματος (ορχίτιδα, επιδιδυμίτιδα, προστατίτιδα, ουρηθρίτιδα) και σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα.
- Ιστορικό  συστροφής του όρχι (ο όρχις στρέφεται γύρω από τον άξονά του και δεν αιματώνεται)
-  Χημειοθεραπεία κάποια στιγμή της ζωής του άνδρα για κακόηθες νόσημα , πχ λευχαιμία ή καρκίνος του όρχι.
-  Ακτινοθεραπεία
-  Γενετικοί παράγοντες (σ. Klinefelter, αποκοπή τμημάτων χρωμοσώματος Υ )
-  Φάρμακα, άγχος, περιβαλλοντική έκθεση σε τοξικούς παράγοντες, π
-  Παθήσεις θυρεοειδούς
-  Κιρσοκήλη
-  Σεξουαλική δυσλειτουργία/ διαταραχές εκσπερμάτισης
-  Ιδιοπαθής (άγνωστης αιτιολογίας)

Πόσο βλάπτει το κάπνισμα τη γονιμότητα; Η διακοπή του θα βοηθήσει;
Η συνήθεια του καπνίσματος είναι γνωστό ότι αυξάνει την πιθανότητα καρδιακών και αγγειακών προβλημάτων (στεφανιαία νόσος, έμφραγμα του μυοκαρδίου, στενώσεις μεγάλων και μικρών αγγείων του σώματος, όπως οι καρωτίδες και οι λαγόνιες αρτηρίες). Σημαντικός όμως φαίνεται ότι είναι ο ρόλος του και στα προβλήματα γονιμότητας τόσο για τον άνδρα, όσο και για τη γυναίκα. Έτσι λοιπόν υπάρχουν μελέτες που αποδεικνύουν ότι η πιθανότητα στυτικής δυσλειτουργίας και επιπλοκών κατά την εγκυμοσύνη είναι μεγαλύτερη για τους καπνιστές. 
Στις γυναίκες η νικοτίνη και το μονοξείδιο του άνθρακα του καπνού επιταχύνουν την απώλεια ωαρίων. Δυστυχώς όταν ένα ωάριο ‘πεθάνει’, δεν αντικαθίσταται. Για αυτό το λόγο η εμμηνόπαυση στις καπνίστριες μπορεί να εμφανιστεί 1 έως 4 χρόνια νωρίτερα. Η πιθανότητα υπογονιμότητας είναι σχεδόν διπλάσια για τις καπνίστριες. Η πιθανότητα αυτή αυξάνεται ανάλογα με τον αριθμό των τσιγάρων ανά ημέρα και τα έτη καπνίσματος.

Στους άνδρες καπνιστές πολύ συχνά διαπιστώνεται στο σπερμοδιάγραμμα μειωμένος αριθμός σπερματοζωαρίων (ολιγοσπερμία), μειωμένη κινητικότητα (ασθενοσπερμία) και αυξημένος αριθμός ανωμαλιών της μορφής (τερατοσπερμία). Το κάπνισμα φαίνεται να ελαττώνει την ικανότητα του σπερματοζωαρίου να γονιμοποιήσει το ωάριο.
Η επίδραση του καπνού φαίνεται ότι είναι σημαντική ακόμα και στην πιθανότητα επιτυχίας της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής (σπερματέγχυση ή εξωσωματική γονιμοποίηση). Τα ποσοστά επιτυχίας της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής είναι περίπου 30% υψηλότερα στους υποψήφιους γονείς που είναι μη καπνιστές. Ακόμα και μετά τη σύλληψη, το κάπνισμα αυξάνει την πιθανότητα χρωμοσωμικής ανωμαλίας (όπως το σύνδρομο Down και η τρισωμία 18), εξωμήτριας κύησης, πρόωρου τοκετού και χαμηλού βάρους νεογνά. Τα παιδιά των καπνιστών έχουν αυξημένη πιθανότητα ξαφνικού νεογνικού θανάτου (sudden infant death syndrome - SIDS) και άσθματος. 
Το επόμενο λογικό ερώτημα είναι αν η διακοπή του καπνίσματος μπορεί να δράσει ευεργετικά. Η απάντηση είναι ναι. Αν και τα ωάρια που έχουν χαθεί δεν μπορούν να αντικατασταθούν, η πιθανότητα επιπλοκής κατά την εγκυμοσύνη ελαττώνεται. 
Η διακοπή του καπνίσματος είναι σαφώς μία δύσκολη υπόθεση. Σήμερα όμως θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι λειτουργούν σε όλη τη χώρα ειδικά Ιατρεία διακοπής του καπνίσματος που έχουν βοηθήσει δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους να τα καταφέρουν. 

     
     
 

 Ποιες εξετάσεις θα μου συστήσει ο ουρολόγος να κάνω;

Ανάλυση σπέρματος – Σπερμοδιάγραμμα

Η εξέταση σπέρματος αποτελεί τη βάση για τη λήψη σημαντικών αποφάσεων για την κατάλληλη θεραπεία. Πρέπει να διενεργείται σε εξειδικευμένο εργαστήριο που πληρεί διεθνή κριτήρια ποιότητας. Η μεταφορά του σπέρματος πρέπει να γίνεται εντός 30 λεπτών και σε θερμοκρασία σώματος (αν γίνει από το σπίτι, συστήνεται μεταφορά του δείγματος κάτω από τη μασχάλη), αφού ο άνδρας έχει συνεννοηθεί με τον μικροβιολόγο ή βιολόγο αναπαραγωγής που πρέπει να περιμένει το δείγμα ώστε να το εξετάσει άμεσα.  Εάν οι τιμές είναι εντός των ορίων της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας, μία ανάλυση είναι επαρκής. Μόνο αν τα αποτελέσματα είναι παθολογικά πρέπει να επαναλαμβάνεται η ανάλυση. 
Είναι σημαντικός ο διαχωρισμός μεταξύ ολιγοσπερμίας ( < 15.000.000 σπερματοζωάρια /ml ) , ασθενοσπερμίας ( < 40% των σπερματοζωαρίων κινητά ) και τερατοσπερμίας ( < 4% των σπερματοζωαρίων με φυσιολογική μορφή). Αρκετά συχνά οι 3 διαταραχές συμβαίνουν ταυτόχρονα ως σύνδρομο ολιγο-ασθενο-τερατοσπερμίας.    

Ποιες είναι οι τιμές αναφοράς των παραμέτρων του σπέρματος;
Σύμφωνα με την 5η και πιο πρόσφατη έκδοση του εγχειρίδιου του WHO (Π.Ο.Υ, Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας) για την εξέταση και επεξεργασία του ανθρώπινου σπέρματος, το οποίο βασίστηκε σε εκτεταμένες μελέτες γόνιμων ανδρών (χρόνος επίτευξης φυσικής σύλληψης ≤12 μηνών), οι τιμές αναφοράς των παραμέτρων του Σπερμοδιαγράμματος διαφοροποιούνται ως εξής:
Όγκος σπέρματος: ≥  1,5 ml
pH: ≥ 7,2
Συγκέντρωση σπερματοζωαρίων: ≥  15 x 106/ml
Ολικός αριθμός σπερματοζωαρίων: ≥  39 x 106
Κινητικότητα σπερματοζωαρίων: ≥  32% με προωθητική κινητικότητα (κατηγορίες α+β) εντός 60 min από την εκσπερμάτιση
Ολική κινητικότητα σπερματοζωαρίων: ≥  40% με προωθητική και επιτόπια κινητικότητα (κατηγορίες α+β+γ) εντός 60 min από την εκσπερμάτιση 
Μορφολογία σπερματοζωαρίων: ≥  4% φυσιολογικές μορφές
Δείγματα σπέρματος με χαρακτηριστικά κατώτερα των αναφερόμενων θεωρούνται μειωμένης γονιμοποιητικής ικανότητας. Ακόμα και σ’ αυτές τις περιπτώσεις δεν αποκλείεται το φαινόμενο της φυσικής σύλληψης, αλλά η πιθανότητα είναι χαμηλότερη της φυσιολογικής!

Ορμονικός έλεγχος
Η δυσλειτουργία των ενδοκρινών αδένων είναι πιο συχνή σε υπογόνιμους άνδρες από ό,τι στο γενικό πληθυσμό, αν και παραμένει σχετικά σπάνια.
Ο ορμονικός έλεγχος περιλαμβάνει προσδιορισμό κάποιων ορμονών ( της FSH, LH και τεστοστερόνης). Επίσης ανάλογα με τα αποτελέσματα μπορέι να χρειαστεί περαιτέρω ορμονολογικός έλεγχος όπως προλακτίνης και θυρεοειδοτρόπου ορμόνης (TSH)

 

 

 

Υπερηχοτομογράφημα οσχέου
Το υπερηχοτομογράφημα είναι ένα χρήσιμο εργαλείο για τη διάγνωση ανωμαλιών του οσχέου. Triplex υπερηχοτομογράφημα οσχέου μπορεί να αποκαλύψει κιρσοκήλη σε ποσοστό 30% των υπογόνιμων ανδρών. Όγκοι όρχεων ανευρίσκονται σε ποσοστό 0.5% των στείρων ανδρών και αποτιτανώσεις, μια δυνητικά προκαρκινική κατάσταση σε 5%, ιδιαίτερα σε  ασθενείς   με  ιστορικό  κρυψορχίας. Διορθικό  υπερηχοτομογράφημα ενδείκνυται σε άνδρες με χαμηλό όγκο σπέρματος (< 1.5 ml), για να αποκλείσει απόφραξη του γεννητικού συστήματος προκαλούμενη από κύστη του προστάτη ή απόφραξη των εκσπερματιστικών πόρων.

Μικροβιολογικός έλεγχος
Ενδείξεις μικροβιολογικού ελέγχου αποτελούν παθολογικά δείγματα ούρων, λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος, λοιμώξεις των επικουρικών ανδρικών αδένων και σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα. Η κλινική σημασία των προσδιοριζόμενων λευκοκυττάρων στο σπέρμα και γενικά της καλλιέργειας σπέρματος  δεν έχει ακόμα καθοριστεί. Παρόλα αυτά σε συνδυασμό με μικρό όγκο σπέρματος μπορεί να υποδηλώνει μερική απόφραξη του γεννητικού συστήματος λόγω χρόνιας φλεγμονής του προστάτη ή των σπερματοδόχων κύστεων. Λοιμώξεις των γεννητικών οργάνων υποκινούν την παραγωγή σπερματοτοξικών ελευθέρων ριζών οξυγόνου. Γονόρροια και λοιμώξεις από χλαμύδια μπορούν να προκαλέσουν απόφραξη της επιδιδυμίδας και του σπερματικού πόρου.

 

Γενετική εκτίμηση - καρυότυπος
Ένας σημαντικός αριθμός διαταραχών της ανδρικής γονιμότητας, η οποία περιγράφεται και ως ιδιοπαθής ανδρική υπογονιμότητα, έχει στην ουσία γενετική προέλευση.
Η λήψη του οικογενειακού ιστορικού και η ανάλυση του καρυότυπου αποκαλύπτουν μερικές από τις διαταραχές αυτές και επιτρέπουν την κατάλληλη καθοδήγηση του ατόμου. Αυτό είναι πολύ σημαντικό αργότερα στη διαδικασία της ενδοκυτταροπλασματικής έγχυσης σπέρματος (ICSI), διότι οι διαταραχές γονιμότητας και πιθανές γενετικές ανωμαλίες μπορούν να μεταφερθούν στους απογόνους.
Χρωμοσωμικές ανωμαλίες είναι πιο συχνές σε άνδρες με βαρειά ολιγοζωοσπερμία και με αζωοσπερμία. Η πιο κοινή διαταραχή των φυλετικών χρωμοσωμάτων είναι το σύνδρομο Klinefelter (47 XXY), το οποίο προσβάλλει περίπου 10 % των ανδρών διαγνωσμένων με αζωοσπερμία. Το σύνδρομο  Klinefelter χαρακτηρίζεται από γυναικομαστία και υπογοναδισμό, όχι όμως πάντα! Μερικές φορές ανευρίσκεται ευνουχοειδής φαινότυπος και ψυχολογικές διαταραχές. Και οι δυο όρχεις  είναι πολύ μικροί. 60% των ασθενών έχουν μειωμένα επίπεδα τεστοστερόνης με την ηλικία και χρειάζονται ορμονική υποκατάσταση. Σε άνδρες με εξαιρετικά φτωχή ποιότητα σπέρματος μπορεί να βρεθεί μετάθεση και αποκοπή χρωμοσωμάτων, οι οποίες μπορεί να είναι κληρονομικές και αποτελούν αιτίες συχνών αποβολών και συγγενών ανωμαλιών των απογόνων.

     
     
 

Βιοψία όρχεως
Ενδείξεις βιοψίας όρχεως αποτελούν η αζωοσπερμία ή βαρειά ολιγοασθενοσπερμία. Η βιοψία βοηθάει στο διαχωρισμό μεταξύ ανεπάρκειας όρχεων και απόφραξης του γεννητικού συστήματος. Βιοψία όρχεως μπορεί επίσης να διενεργηθεί σε ασθενείς με κλινική απόδειξη μη αζωοσπερμίας που αποφασίζουν να υποβληθούν σε εξωσωματική γονιμοποίηση.
Ποιες είναι οι θεραπευτικές λύσεις και οι κυριότερες συστάσεις για την υπογονιμότητα;

Συμβουλευτική αγωγή
Μερικές φορές συγκεκριμένες συνήθειες της ζωής μπορεί να είναι υπεύθυνες για τη φτωχή ποιότητα σπέρματος: για παράδειγμα κατάχρηση αλκοόλ, κάπνισμα, χρήση στεροειδών αναβολικών,  επίπονα αγωνίσματα ( μαραθώνιος δρόμος ) και αύξηση της θερμοκρασίας του οσχέου με τη χρήση σάουνας, ζεστού μπάνιου και εσωρούχων ή επαγγελματικής έκθεσης σε θερμές πηγές. Σημαντικός αριθμός φαρμάκων επίσης μπορεί να επηρεάσει τη σπερματογένεση. 

Ορμονική αγωγή
Καμιά μελέτη δεν επιβεβαίωσε ότι ορμονικές θεραπείες όπως ανθρώπινη εμμηνοπαυσιακή γοναδοτροπίνη (HMG)/ χοριακή γοναδοτροπίνη (HCG), ανδρογόνα, αντιοιστρογόνα (κλομιφένη και ταμοξιφένη), αναστολείς προλακτίνης (βρωμοκρυπτίνη ) και στεροειδή βελτίωσαν τα ποσοστά εγκυμοσύνης σε άνδρες με ιδιοπαθή ολιγοασθενοσπερμία.  Παρόλα  αυτά κάποιες  ορμονικές  κυρίως διαταραχές μπορούν να θεραπευτούν φαρμακευτικά.

 

 

 

Εμπειρικές θεραπείες
Συχνά συνταγογραφούμε εμπειρικές θεραπείες, όπως η χορήγηση βιταμίνης Ε, ταμοξιφαίνης ή συμπλεγμάτων βιταμινών και αντιοξειδωτικών παραγόντων. Δεν υπάρχει ισχυρή βιβλιογραφία, αλλά κάποιοι άνδρες με ιδιοπαθή ολιγοασθενοσπερμία θα ωφεληθούν.

Χειρουργική θεραπεία
Κιρσοκήλη

Η θεραπεία της κιρσοκήλης αποτελεί αμφιλεγόμενο θέμα στην ανδρολογία. Αυτό βασίζεται όχι μόνο στην πραγματική ανάγκη θεραπείας της κιρσοκήλης, αλλά επίσης στη σημασία της ως αιτίας διαταραχής της σπερματογένεσης. Τα αποτελέσματα ενός σημαντικού αριθμού  μη τυχαιοποιημένων μελετών υποστηρίζουν ότι η κιρσοκήλη μπορεί να αποτελεί αιτία υπογονιμότητας. Επιτυχής θεραπεία οδηγεί σε σημαντική βελτίωση της ποιότητας του σπέρματος  σε τουλάχιστον  40-50%  των χειρουργημένων ανδρών.

Εξειδικευμένες μικροχειρουργικές επεμβάσεις
Απαιτούν εξειδικευμένο ανδρολόγο και χρήση άριστου μικροσκοπίου στο χειρουργείο. Ανάλογα με το πρόβλημα, μπορεί να γίνει αναστόμωση της επιδιδυμίδας ή αναστόμωση του σπερματικού πόρου όταν υπάρχει απόφραξη. Ακόμα και έτσι όμως, τα ποσοστά φυσιολογικής εγκυμοσύνης μετά το χειρουργείο εξακολουθούν να είναι χαμηλά, κάτω του 20-30%.
Η ανδρική υπογονιμότητα είναι ιδιαίτερα συχνή και σήμερα περίπου το 30% των ζευγαριών δεν επιτυγχάνουν εγκυμοσύνη σε ένα έτος. Ο ουρολόγος (και όχι ο γυναικολόγος) είναι ο ειδικός γιατρός που θα διερευνήσει τον άνδρα και θα του εξηγήσει τις διαθέσιμες θεραπευτικές επιλογές.